ἑτερόγναθος

ἑτερό-γνᾰθος, ον,
A with one side of the mouth harder than the other, [ἵπποι] X.Eq.1.9, al.; glossed by ἀπειθής, ἢ ἄπληστος, Phot.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερόγναθος — ἑτερόγναθος, ον (Α) (για ίππο) αυτός που έχει τη μία γνάθο σκληρότερη από την άλλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + γνάθος] …   Dictionary of Greek

  • ἑτερόγναθος — with one side of the mouth harder than the other masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογνάθους — ἑτερόγναθος with one side of the mouth harder than the other masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερογνάθῳ — ἑτερόγναθος with one side of the mouth harder than the other masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόγναθοι — ἑτερόγναθος with one side of the mouth harder than the other masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.